γαλλομανής

γαλλομᾰνής, ές,
A frenzied like a Γάλλος, Man.4.221.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαλλομανής — ές (Α γαλλομανής, ές) νεοελλ. ο μανιώδης θαυμαστής τών Γάλλων αρχ. αυτός που κατέχεται από μανία σαν τους Γάλλους*, τους ιερείς τής Κυβέλης. [ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. γαλλομανής < γάλλος (II) + μανής < μαίνομαι, ενώ το νεοελλ. γαλλομανής < Γάλλος …   Dictionary of Greek

  • γαλλομανής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που τρέφει έντονο θαυμασμό για τους Γάλλους ή μιμείται υπερβολικά τους γαλλικούς τρόπους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γαλλομανεῖς — γαλλομανής frenzied like a masc/fem acc pl γαλλομανής frenzied like a masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -μανής — (Α μανής) β συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που ανάγεται σε θ. μαν τού μαίνομαι* (πρβλ. μανία) και χαρακτηρίζει άτομα που κατέχονται από μεγάλη επιθυμία, που επιδιώκουν μανιωδώς ή που τούς αρέσει υπερβολικά κάτι.Σύνθετα σε μανής: ανδρομανής,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.